Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Σαν Σήμερα 8 Μαρτίου : Charlotte von Mahlsdorf

Charlotte von Mahlsdorf
(1928-2002)


Η συναρπαστική ζωή της συντηρήτριας έργων τέχνης, παλαιών αντικειμένων και κτηρίων καθώς και ιδρύτριας αρκετών μουσείων Charlotte von Mahlsdorf έχει αποτελέσει το αντικείμενο μιας επιτυχημένης εκδοτικά αυτοβιογραφίας, μιας ταινίας στην οποία έπαιξε η ίδια, και ενός έργου που πήρε το βραβείο Pulitzer και βραβεύτηκε με το Tony-Award.

Μια αμφισβητούμενη φυσιογνωμία που ενδεχομένως παρείχε πρόθυμα πληροφορίες στην ανατολικογερμανική μυστική αστυνομία κατά τη διάρκεια της περιόδου της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Mahlsdorf εντούτοις τιμήθηκε από τη γερμανική κυβέρνηση μετά από την επανένωση, για την εργασία της σαν συντηρήτριας έργων τέχνης, παλαιών αντικειμένων και κτηρίων καθώς και ιδρύτριας μουσείων.

Θαυμάστηκε από πολλούς για την γενναιότητά της όταν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει τις διώξεις και την για την ειλικρίνειά της σαν δημόσιο πρόσωπο. Η Mahlsdorf γεννήθηκε με το όνομα Lothar Berfelde στις 18 Μαρτίου, του 1928 στο Βερολίνο. Βιολογικά ήταν αρσενικό, και ακόμη ως παιδί προσδιοριζόταν σαν κορίτσι, είχε επιδείξει μια γοητεία στα κοριτσίστικα ρούχα και "το παλιό στυλ," και προτιμούσε να παίζει με "παλιοπαίχνιδα" παρά παιχνίδια. Αυτά τα πρόωρα ενδιαφέροντα προοιώνισαν την μετέπειτα εμφάνιση του Lothar Berfelde σαν Καρλόττα φον Mahlsdorf, διάσημης τραβεστί και συλλέκτη των καθημερινών ιστορικών αντικειμένων.

Προτιμούσε τον όρο "τραβεστί" από το "transsexual" δεδομένου ότι δεν αισθάνθηκε καμία αποστροφή για τα αρσενικά γεννητικά όργανά της, η Mahlsdorf δήλωνε ότι "στην ψυχή μου, αισθάνομαι όπως μια γυναίκα" και περιέγραφε τον εαυτό της όταν ήταν ακόμη παιδί, σαν "κορίτσι στο σώμα ενός αγοριού".

Ο πατέρας της Mahlsdorf, ο Μαξ Berfelde, ήταν βίαιο άτομο που ανδρώθηκε στις τάξεις του ναζιστικού κόμματος για να γίνει αρχηγός κόμματος στην περιοχή Mahlsdorf του Βερολίνου. Πικρά απογοητευμένος με τον γιο του, τους τρόπους και το ενδιαφέρον του για τις κοριτσίστικες δραστηριότητες, υπέβαλε συχνά το παιδί σε σκληρή και απάνθρωπη συμπεριφορά. Το 1942 ανάγκασε τον Lothar να συμμετάσχει στη νεολαία Hitler παρ' ότι σαν έφηβος περιφρονούσε τους Ναζί και αγανακτούσε με τη συμπεριφορά τους κατά των εβραίων φίλων και γειτόνων.

Η μητέρα της Mahlsdorf, Γκρέτσεν Gaupp Berfelde, ήταν η "καλή νεράιδα" του Lothar, μια ευγενής γυναίκα που ανέθρεψε και ανακούφισε το παιδί της και δέχτηκε τα θηλυκά ενδιαφέροντα του Lothar. Ο Lothar βρήκε επίσης αποδοχή από μια λεσβία θεία, η οποία ήταν crossdresser και ντυνόταν με αντρικά ρούχα και που γνώρισε στον Lothar το Βιβλίο του Δρ. Magnus Hirschfeld, Οι τραβεστί (1910), μια εργασία που η Mahlsdorf εκτίμησε ιδιαίτερα, επειδή την καθησύχασε ότι "δεν ήταν μόνη στον κόσμο."

Μετά από χρόνια ταπείνωσης και ξυλοδαρμών από το σύζυγό της, το 1944 η Γκρέτσεν Berfelde, του ανήγγειλε ότι τον χώριζε. Κατά τη διάρκεια αυτής της εσωτερικής κρίσης, ο πατέρας της Mahlsdorf απείλησε να σκοτώσει ολόκληρη την οικογένειά του. Σαν απάντηση, η Mahlsdorf χτύπησε και σκότωσε τον πατέρα της με ένα πλάστη ζύμης ενώ κοιμόταν. Υπεράσπισε αργότερα τη πράξη της ως "είδος προληπτικής "αυτοάμυνας" για να σώσει άλλες ζωές. . . . Δεν αισθάνθηκα ούτε έχθρα ούτε ανάγκη για εκδίκηση, αλλά αναγκάστηκα να παρέμβω στα σχέδιά του για τις ζωές της μητέρας, της αδελφής , και του αδελφού μου."

Μετά από την δολοφονία, η Mahlsdorf πέρασε αρκετές εβδομάδες σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και έπειτα καταδικάστηκε σε τέσσερα έτη κράτησης ως "αντικοινωνική ανήλικη εγκληματίας". Με την κατάρρευση του τρίτου Ράιχ τον Απρίλιο 1945, εντούτοις, απελευθερώθηκε. Στο χάος που ακολούθησε μετά την πτώση του Βερολίνου, μόλις που κατάφερε να δραπετεύσει από μια συνοπτική εκτέλεση σε ένα καταφύγιο αεροπορικής επιδρομής που διατηρήθηκε για τις γυναίκες και τα παιδιά.

Κατόπιν σύντομα, η Mahlsdorf υιοθέτησε το όνομα "Lottchen" και, έπειτα, "Καρλόττα φον Mahlsdorf". Ως Mahlsdorf, έγινε μια γνωστή φυσιογνωμία στο Ανατολικό Βερολίνο, και ως τραβεστί και ως παθιασμένη συλλέκτης των ιστορικών καθημερινών στοιχείων.

Η γοητεία που ασκούσαν στην Mahlsdorf τα παλαιά έπιπλα και άλλα συλλεκτικά αντικείμενα είχε αρχίσει από παιδί. Ζητούσε από τους γείτονες τα παλαιά πράγματα που πέταγαν και, σαν έφηβος, εργάστηκε για έναν έμπορο μεταχειρισμένων που καθάριζε τα διαμερίσματα, Εβραίων που είχαν διαφύγει ή απελαθεί και, κρατούσε συχνά μερικά αντικείμενα για αυτήν.

Μετά από τον πόλεμο, η Mahlsdorf δημιούργησε μια εντυπωσιακή συλλογή με τη διάσωση αντικειμένων από τα σπίτια που ήταν βομβαρδισμένα και επίσης με την αγορά αντικειμένων από ανθρώπους που τρέπονταν σε φυγή από το Ανατολικό Βερολίνο στη Δυτική Γερμανία.

Η Mahlsdorf, που η ισχυρότερη επιθυμία της ήταν "να διατηρηθούν τα όμορφα αντικείμενα ασφαλή", με μία αίσθηση εξιδανίκευσης στα καθημερινά αντικείμενα: -πολυέλαιοι, έπιπλα, γραμμόφωνα, ρολόγια, αντικείμενα για αυτοματοποιημένη αναπαραγωγή μουσικής, γυαλικά, κ.λπ.- από το Grunderzeit, τα χρόνια της ίδρυσης της γερμανικής αυτοκρατορίας, στα έτη μεταξύ 1870 και 1900. Ακόμη και προτού να καταλάβει τις διαφορές ανάμεσα στις χρονικές περιόδους, την προσέλκυαν ενστικτωδώς τα έπιπλα αυτής της εποχής, της παιδικής της ηλικίας που ήταν πια εκτός μόδας. "Οι στήλες, τα τορνογυρισμένα πόδια, και οι σφαιροδιαμορφωμένες ξύλινες διακοσμήσεις εδώ και εκεί μου έδιναν μια συγκίνηση", θυμάται αργότερα.

Στα δύσκολα έτη μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ανατολικές γερμανικές αρχές θεώρησαν σκόπιμο να προχωρήσουν στην καταστροφή ολόκληρων τμημάτων του Βερολίνου, και να αντικαταστήσουν τα διακριτικά παλαιά κτήρια με τσιμεντένιους πύργους πολυόροφων κτιρίων και προκατασκευασμένες κατοικίες. Τέτοια απαξία για το παρελθόν τρόμαξε την Mahlsdorf, η οποία αφιερώθηκε στη συντήρηση των καταδικασμένων κτηρίων.

"Δεν ενδιαφέρομαι για τις νεκρές πέτρες ή τα άψυχα έπιπλα," δήλωσε, εξηγώντας το ενδιαφέρον της για τη συντήρηση. "Είναι ενσωματώσεις που αντανακλούν την ιστορία των ατόμων που τα έχτισαν, οι οποίοι έζησαν σε αυτά. Η ανόητη καταστροφή απομακρύνει τον προηγούμενο τρόπο ζωής, το θεμέλιο του πνευματικού και αισθητικού πολιτισμού μας, και φτωχαίνει ανεπανόρθωτα τις καθημερινές ζωές μας."

Οι προσπάθειες συντήρησης της Mahlsdorf ήταν ηρωικές, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη τους πενιχρούς πόρους που είχε στη διάθεσή της. Αλλά η σκληρή εργασία, που συνδέθηκε με τη γραφειοκρατική ανικανότητα της Ανατολικής Γερμανίας, της επέτρεψε να σώσει διάφορα σημαντικά κτήρια, ειδικότερα το παλάτι Friedrichsfelde και τη βίλα Mahlsdorf που θα φιλοξενούσε το μουσείο της, και χιλιάδες ιστορικά αντικείμενα.

Η Συλλογή Mahlsdorf, ίσως η μεγαλύτερη του είδους της στον κόσμο, φιλοξενείται τελικά στο Grunderzeit Musuem, το οποίο άνοιξε το 1960. Το 1958, είχε ασχοληθεί με τη συντήρηση ενός εγκαταλελειμμένου ερειπωμένου αρχοντικού του Mahlsdorf, που απειλήθηκε με κατεδάφιση. Κατόρθωσε να σώσει το κτήμα και της παραχωρήθηκε για χρήση σαν μουσείο και σπίτι της.

Κατά τη διάρκεια , εντούτοις, απειλήθηκε συχνά με απέλαση και παρενοχλήθηκε συχνά από διάφορους ανώτερους υπαλλήλους του κομμουνιστικού κράτους. Αργότερα, σαν διαμαρτυρία στις απειλές της κυβέρνησης να αναλάβει εκείνη το μουσείο της, έδωσε ακόμη ένα μεγάλο μέρος της συλλογής της σε επισκέπτες του μουσείου της που έδειχνα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και φροντίδα.

Στο κελάρι του μουσείου, η Mahlsdorf αναδημιούργησε έναν πασίγνωστο bar της περιοχής Scheunerviertiel του παλαιού Βερολίνου, το Mulackritze. Συχνά τόπος συγκέντρωσης των ομοφυλοφίλων, λεσβίων, τραβεστί, και εκδιδομένων γυναικών, συμπεριλαμβανομένων ατόμων που ειδικεύονταν στο σαδομαζοχισμό. Το Mulackritze έκλεισε τελικά από τις ανατολικογερμανικές αρχές το 1963. Στη δεκαετία του '70, το αναδημιουργημένο Mulackritze bar στο μουσείο της Mahlsdorf έγινε τόπος συνεδριάσεων της ομοφυλοφιλικής ομάδας ενδιαφέροντος του Βερολίνου καθώς και ομοφυλόφιλων και λεσβιακών συγκεντρώσεων.


Επίσης στη δεκαετία του '70, η Mahlsdorf έγινε κατά τα φαινόμενα πληροφοριοδότης στη Stasi, την ανατολικογερμανική μυστική αστυνομία. Τα κίνητρά της για να το κάνει αυτό δεν υπήρξαν σαφή, αλλά καθρέπτιζαν αναμφισβήτητα την επιθυμία της να προστατεύσει το μουσείο της. Δεν γεννάται αμφιβολία ότι περιφρόνησε το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, σχεδόν τόσο πολύ όσο περιφρόνησε τους Ναζί, αναφερόμενη σ αυτό σαν "ein rotes KZ" (ένα κόκκινο στρατόπεδο συγκέντρωσης).

Στη δεκαετία του '60 η Mahlsdorf ασχολήθηκε με τη βιομηχανία ταινιών, χρησιμεύοντας συχνά σαν σύμβουλος στις ταινίες που γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου Grunderzeit. Διάφορα films είχαν κινηματογραφηθεί στο ίδιο στο μουσείο.

Η Mahlsdorf επίσης εμφανίστηκε σε μικρούς ρόλους σε ταινίες. Ο διασημότερος ρόλος της ήταν ως μπαργούμαν στην ταινία του Heiner Carow Coming Out (1990), η πρώτη και τελευταία ομοφυλοφιλική ταινία που έγινε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εμφανίστηκε αργότερα στην ταινία της Rosa φον Praunheim βασισμένη στην αυτοβιογραφία της, Είμαι η σύζυγός μου (1992).

Το Μάιο ημέρα του 1991, μια ομάδα νεοναζί ταραχοποιών επιτέθηκε σε έναν εορτασμό στο μουσείο της Mahlsdorf. Διάφοροι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένης και της Mahlsdorf της ίδιας, τραυματίστηκαν. Τότε, αποκάλυψε ότι σκεφτόταν να εγκαταλείψει τη Γερμανία.

Προτού να φύγει, εντούτοις, η κυβέρνηση της πρόσφατα ενοποιημένης Γερμανίας το 1992 της απένειμε μια από πιο σπουδαίες σε γόητρο τιμές της, το Bundesverdienstkreuz (ή τον σταυρό υπηρεσιών του Bundesrepublik), για τη συντήρηση των πολιτιστικών αξιών.


Επίσης το 1992, δημοσίευσε την αυτοβιογραφία της, Ich bin meine eigene Frau (Είμαι η σύζυγός μου). Το βιβλίο όχι μόνο λέει την ιστορία της ζωής της που έζησε κάτω από ακραίες συνθήκες, αλλά και αυτήν μιας ολόκληρης γενιάς των ανατολικογερμανών ομοφυλοφίλων, οι οποίοι αντιμετώπισαν τη δίωξη πρώτα από τους Ναζί και έπειτα από τους κομμουνιστές.

Ο τίτλος του βιβλίου, προέρχεται από μια συνομιλία της Mahlsdorf με τη μητέρα της όταν έγινε σαράντα ετών. "Όσο επιθυμώ να σας έχω μαζί μου", η μητέρα της λέει, "εσύ είσαι τώρα πια πραγματικά σε ηλικία να παντρευτείς". Σε απάντηση, η Mahlsdorf απαντάει "είμαι η σύζυγός του εαυτού μου", μια δήλωση που απεικόνιζε την ανεξαρτησία και την αυτάρκειά της, καθώς επίσης και τον προσδιορισμό της ως προς θηλυκότητα.

Ενώ η Mahlsdorf λυπήθηκε για το ότι δεν βρήκε ποτέ τη μεγάλη αγάπη της ζωής της, απόλαυσε τις παθιασμένες, μακροχρόνιες σχέσεις με τρία άτομα, με τα οποία μοιράστηκε την τρυφερότητα, την αγάπη, και την εμπιστοσύνη, καθώς επίσης και το σεξ.

Το 1997, Mahlsdorf αποχώρησε από τη Γερμανία για το Polarbrunn της Σουηδίας, όπου άνοιξε ένα νέο μουσείο Grunderzeit. Η πόλη του Βερολίνου ανέλαβε το μουσείο της στο Mahlsdorf.

Στις 30 Απριλίου 2002, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στο Βερολίνο, η Καρλόττα φον Mahlsforf πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια.

Μετά από το θάνατο της Mahlsdorf, προέκυψαν αμφιβολίες για την αξιοπιστία της αυτοβιογραφίας της, ιδιαίτερα όσον αφορά την συνεργασία της με τις ανατολικογερμανικές αρχές αλλά και ακόμη και για το εάν είχε σκοτώσει πραγματικά τον πατέρα της, όπως ισχυριζόταν. Αυτές οι αμφιβολίες είναι η καρδιά του εξαιρετικού έργου του Doug Wright, Είμαι η σύζυγός μου, που ανέβηκε στο Broadway το 2003 και πήρε το βραβείο Tony, το βραβείο Pulitzer, και το λογοτεχνικό βραβείο Λάμδα. Σκηνοθετημένο από τον Moise Kaufman, το έργο αποτέλεσε μια θεαματική παράσταση από τον Benjamin Mays σαν Mahlsdorf και 35 άλλους χαρακτήρες.

Στο έργο του Wright, η Mahlsdorf εμφανίζεται σαν λιγότερο εξιδανικευμένη από ήταν πριν τις αποκαλύψεις για τη σχέση της με την Stasi, αλλά και πιο σύνθετη, περισσότερο ραδιούργα, αλλά και πιο ανθρώπινη.

Πάνω απ΄ όλα, η Charlotte von Mahlsdorf, ήταν ένας άνθρωπος που κατάφερε να επιζήσει και να δημιουργήσει τον δικό της μύθο στις ταραχώδεις εποχές που έζησε.


Μετάφραση: Χάρης και Επιμέλεια: Ελεονόρα, για το transs.gr

Πηγή : © Transs.gr



Δεν υπάρχουν σχόλια: